ευπατρίδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : εὐπατρίδης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευπατρίδης ευπατρίδες
γενική ευπατρίδη ευπατριδών
αιτιατική ευπατρίδη ευπατρίδες
κλητική ευπατρίδη ευπατρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευπατρίδης < αρχαία ελληνική εὐπατρίδης < εὖ + πατήρ + -ίδης («ο γιος καλού / ευγενούς πατέρα») (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gentilhomme)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εf.pa.ˈtɾi.ðis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευπατρίδης αρσενικό

  1. (ιστορία) (αρχαία Αθήνα) άτομο της ανώτερης κοινωνικής τάξης, (κατ’ επέκταση) αριστοκράτης
  2. (ιστορία) (αρχαία Ρώμη) πατρίκιος
  3. άτομο αριστοκρατικής καταγωγής, καλλιεργημένο και με ευγενικούς τρόπους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]