κιβωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιβωτός κιβωτοί
γενική κιβωτού κιβωτών
αιτιατική κιβωτό κιβωτούς
κλητική (κιβωτό) κιβωτοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιβωτός < αρχαία ελληνική κιβωτός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιβωτός θηλυκό

  1. (ιουδαϊσμός), (χριστιανισμός), (ισλάμ) κιβωτός του Νώε, το μεγάλο πλοίο το οποίο κατασκεύασε ο Νώε για να γλυτώσει απ' τον κατακλυσμό
  2. (ιουδαϊσμός) κιβωτός της διαθήκης, μεγάλο ξύλινο κιβώτιο μέσα στο οποίο είχαν τοποθετηθεί οι 2 πλάκες με τις Δέκα Εντολές
  3. (μεταφορικά) το μέρος (υλικό ή μεταφορικό) όπου διασώζεται κάτι (συνήθως πνευματικό)

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]