μητρώο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μητρώο μητρώα
γενική μητρώου μητρώων
αιτιατική μητρώο μητρώα
κλητική μητρώο μητρώα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μητρώο < αρχαία ελληνική Μητρῷον[1], ουδέτερο του Μητρῷος < μήτηρ < πρωτοελληνική *mā́tēr πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂tēr (μητέρα) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική matricule)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μητρώο ουδέτερο

  1. επίσημο βιβλίο στο οποίο αναγράφονται ονόματα προσώπων καθώς και στοιχεία σχετικά μ’ αυτά

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Ονομασία ναού της Δήμητρας ή της Κυβέλης στην αρχαία Αθήνα, όπου φυλάσσονταν τα κρατικά αρχεία