ρέγκα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρέγκα ρέγκες
γενική ρέγκας ρεγκών
αιτιατική ρέγκα ρέγκες
κλητική ρέγκα ρέγκες
Ρέγγα Ατλαντικού
Ένα κοπάδι ρέγκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρέγκα < βενετική renga < μεσαιωνική λατινική haringus < αρχαία φραγκικά *hāring < πρωτογερμανικά *hēringaz

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρέγκα θηλυκό

  1. (ιχθυολογία) θαλασσινό ψάρι που συνήθως συναντιέται σε πελώρια κοπάδια
  2. (μεταφορικά) αδύνατος άνθρωπος και ίσως δύσμορφος (συνήθως για γυναίκα)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • να τον κλαιν κι οι ρέγγες: που δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση (σωματική, ψυχολογική, οικονομική κ.λπ.)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]