ρούσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ρούσος ρούσα ρούσο
γενική ρούσου ρούσας ρούσου
αιτιατική ρούσο ρούσα ρούσο
κλητική ρούσε ρούσα ρούσο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρούσοι ρούσες ρούσα
γενική ρούσων ρούσων ρούσων
αιτιατική ρούσους ρούσες ρούσα
κλητική ρούσοι ρούσες ρούσα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρούσος < μεσαιωνική ελληνική ῥοῦσσος[1] < ελληνιστική κοινή ῥούσιος / ῥούσσεος / ῥόσεος < λατινική russus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁rewdʰ- (κόκκινος)

Επίθετο[επεξεργασία]

ρούσος, -α, -ο

  1. (για ανθρώπους) που έχει ξανθοκόκκινες τρίχες
     συνώνυμα: κοκκινοτρίχης, ξανθοκόκκινος, (κοκκινωπός)
  2. (για ζώα) που έχει κοκκινωπό τρίχωμα
  3. (για γη και χωράφια) εύφορος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]