σούσουρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σούσουρο σούσουρα
γενική σούσουρου σούσουρων
αιτιατική σούσουρο σούσουρα
κλητική σούσουρο σούσουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σούσουρο < βενετική sussuro

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σούσουρο ουδέτερο

  1. ο χαμηλός, ενοχλητικός θόρυβος, ο βόμβος που προκαλείται όταν πολλά άτομα μιλάνε χαμηλόφωνα και ταυτόχρονα
    μόλις εμφανίστηκε στην αίθουσα ο αντίπαλός του ξεκίνησε ένα σούσουρο που τον ανάγκασε, έμμεσα, να σταματήσει την ομιλία και να τον χαιρετήσει
  2. (μεταφορικά) οι διαδόσεις, οι φημες
    μεγάλο σούσουρο προκάλεσε το τελευταίο ταξίδι του στο εξωτερικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]