τεῦχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τεῦχος τεύχει τεύχη
Γενική τεύχους τευχοῖν τευχῶν
Δοτική τεύχει τευχοῖν τεύχεσι(ν)
Αιτιατική τεῦχος τεύχει τεύχη
Κλητική τεῦχος τεύχει τεύχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τεῦχος < τεύχω (=φτιάχνω, κατασκευάζω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dheugh- (> τυγχάνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τεῦχος ουδέτερο

  1. εργαλείο, όργανο, σκεύος οικιακής χρήσης
  2. αγγείο (σπονδών)
  3. τεφροδόχος
  4. κάλπη
  5. όπλο, οπλισμός, πανοπλία ιδίως στον πληθυντικό (τεύχεα)
    οἰχόμενοι δ᾽ ἐπὶ πάντας ἀρήϊα τεύχε' ἄμειβον (Όμηρος, Ιλιάδα, 14, 380)
  6. αρματωσιά πλοίου
  7. ιπποσκευή
  8. (ελληνιστική κοινή ) κώδικας από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής
  9. (ελληνιστική κοινή ) θήκη ρολών παπύρου, ρολό παπύρου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τεῦχος νεοσσῶν: αβγό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon
  • Anatole Bailly, Abrégé du dictionnaire grec-français, ed. Hachette, 1901, 865-866