φαιδρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαιδρός < αρχαία ελληνική φαιδρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φαιδρός, -ή, -ό

  1. που στερείται σοβαρότητας, που δεν μπορεί κανείς να τον πάρει στα σοβαρά, γελοίος, αστείος
    φαιδρό υποκείμενο
  2. (λόγιο) χαρούμενος, πρόσχαρος, ευχάριστος
    φαιδρή ατμόσφαιρα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαιδρός < φαίνω (λάμπω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φαιδρός, -ά, -όν

  1. ο αστείος, ο εύθυμος, αυτός που ακτινοβολεί από χαρά (δεν είχε την έννοια του γελοίου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]