χαϊδεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαϊδεύω < χάιδι ή χάδι < μεσαιωνική ελληνική ηχάδιον με σημασία νανούρισμα, κανάκεμα < αρχαία ελληνική ήχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa͜i.ˈðɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαϊδεύω , πρτ.: χάιδευα, στ.μέλλ.: θα χαϊδέψω, αόρ.: χάιδεψα, παθ.φωνή: χαϊδεύομαι, μτχ.π.π.: χαϊδεμένος

  1. ψαύω απαλά με τα δάκτυλα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θωπεύω
  2. εκφράζω τρυφερότητα
  3. περιποιούμαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]