Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαϊδεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαϊδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χαϊδεύω < χάιδι [1] < ἠχάδιον με σημασία νανούρισμα, κανάκεμα [2]  δείτε τη λέξη χάιδι < αρχαία ελληνική ήχος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xai̯ˈðe.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαϊδεύω

χαϊδεύω , πρτ.: χάιδευα, στ.μέλλ.: θα χαϊδέψω, αόρ.: χάιδεψα, παθ.φωνή: χαϊδεύομαι, π.αόρ.: χαϊδεύτηκα, μτχ.π.π.: χαϊδεμένος

  1. ψαύω απαλά με τα δάκτυλα
      χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
      Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
     συνώνυμα: θωπεύω
  2. εκφράζω τρυφερότητα
  3. περιποιούμαι
  4.  δείτε και το παθητικό χαϊδεύομαι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη χάδι

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χαϊδεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. χάδι - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.