lot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Lot, a lot

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɒt/
Audio (US) 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lot (en)

  1. μεγάλο πλήθος, μεγάλη ποσότητα
    I have a lot of money
    there were lots of people
  2. ένα πλήθος από αντικείμενα ή ανθρώπους που θεωρούνται συλλογικά ως μια ενότητα
    • ένα αντικείμενο ή μια ομάδα αντικειμένων που προσφέρεται προς πώληση (πχ σε δημοπρασία) ως μια ενότητα
      his belongings are to be auctioned off in 3 lots
  3. κομμάτι γης, που προορίζεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό, οικόπεδο
  4. κλήρος
    • η τύχη, η μοίρα, ο κλήρος ενός ανθρώπου στη ζωή
    • ο κλήρος, οποιοδήποτε αντικείμενο χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
      we drew lots - τραβήξαμε κλήρο
      we cast lots and he was chosen - ρίξαμε κλήρο και βγήκε αυτός
    • η κλήρωση
      he was chosen by lot
    • το βραβείο σε μια λοταρία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

lot (en)

  1. διαμοιράζω κάτι, διαιρώ κάτι σε μερίδια
  2. χωρίζω μια έκταση γης σε οικόπεδα
  3. κληρώνω



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

lot < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /;;;/
lot 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
lot lots

lot (fr) αρσενικό

  1. ένα μέρος ενός συνόλου που μοιράζεται μεταξύ πολλών ανθρώπων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: part, portion
    • (στον Καναδά, στο παρελθόν) ένα μέρος ενός καντονίου που δίνεται προσωρινά από το Κράτος σε έναν ιδιώτη ώστε αυτός να το ξεχερσώσει
    • (λανθασμένη χρήση) ένα κομμάτι γης
  2. ένα σύνολο προϊόντων ή εμπορευμάτων που δίνονται ή πωλούνται ταυτόχρονα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: assortiment, stock
  3. (κατ’ επέκταση) ένα σύνολο ανθρώπων, σχετικά ομογενές, που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά
  4. κομμάτι γης, που προορίζεται για ένα συγκεκριμένο σκοπό, οικόπεδο, τεμάχιο
  5. ο κλήρος, οποιοδήποτε αντικείμενο χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
  6. η τύχη, η μοίρα, ο κλήρος ενός ανθρώπου στη ζωή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: apanage, destin, sort

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɔt/
lot 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lot (pl) αρσενικό

  1. η πτήση, το πέταγμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]