Ανατολίτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ανατολίτης Ανατολίτες
γενική Ανατολίτη Ανατολιτών
αιτιατική Ανατολίτη Ανατολίτες
κλητική Ανατολίτη Ανατολίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ανατολίτης < μεσαιωνική ελληνική Ανατολίτης < Ανατολή < αρχαία ελληνική ἀνατολή < ἀνατέλλω < ἀνά + τέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ανατολίτης αρσενικό (θηλυκό: Ανατολίτισσα)

  1. ο προερχόμενος ή καταγόμενος από την Τουρκία και γενικότερα από χώρα της Εγγύς ή Μέσης Ανατολής ή αυτός που ζει στις χώρες αυτές
  2. (μεταφορικά) εκείνος που θεωρεί τον άνδρα ανώτερο της γυναίκας και φέρεται αναλόγως· ή γενικότερα έχει τις αντιλήψεις και προτιμήσεις των κατοίκων αυτών των χωρών (στον τρόπο ζωής, στις συνήθειες, στο φαγητό, στη συμπεριφορά κ.λπ.)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]