ακατάδεχτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακατάδεχτος < α- στερητικό + καταδέχομαι + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

ακατάδεχτος, -η, -ο και ακατάδεκτος αρσενικό

  1. που δεν καταδέχεται όποιους θεωρεί κατώτερούς του, υπερόπτης
  2. που δεν δέχεται εύκολα να φιλοξενηθεί ή γενικότερα να εξυπηρετηθεί από άλλους


Μεταφράσεις[επεξεργασία]