αλχημεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλχημεία αλχημείες
γενική αλχημείας αλχημειών
αιτιατική αλχημεία αλχημείες
κλητική αλχημεία αλχημείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλχημεία < γαλλική alchimie < μεσαιωνική λατινική alchemia < αραβική ال (al, “άρθρο”) + αραβική كيمياء (kīmiyā’) < ελληνιστική κοινή χυμεία < αρχαία ελληνική χῦμα < χέω, με συμφυρμό εννοιών από τις λέξεις χημία και Χημία (αντιδάνειο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /al.çi.ˈmia/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αλχημεία θηλυκό

  1. προεπιστήμη του Μεσαίωνα που επικέντρωνε τις έρευνές της πάνω στην αναζήτηση τρόπων για την μετατροπή των ουσιών σε άλλες
  2. (μεταφορικά) προσπάθεια να λυθεί ένα πρόβλημα με ανορθόδοξες μεθόδους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]