αυγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυγή οι αυγές
      γενική της αυγής των αυγών
    αιτιατική την αυγή τις αυγές
     κλητική αυγή αυγές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυγή < ελληνιστική κοινή αὐγή

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /av.ˈʝi/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυγή θηλυκό

  1. η αρχή μιας νέας ημέρας με το πρώτο φως του ήλιου πριν την ανατολή, το χάραμα, το ξημέρωμα
  2. (μεταφορικά) το πρώτο ξεκίνημα μιας σπουδαίας καινούριας εξέλιξης, η αρχή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]