αὐχμηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αυχμηρός

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική αὐχμηρός αὐχμηρά αὐχμηρόν αὐχμηροί αὐχμηραί αὐχμηρά
Γενική αὐχμηροῦ αὐχμηρᾶς αὐχμηροῦ αὐχμηρῶν αὐχμηρῶν αὐχμηρῶν
Δοτική αὐχμηρῷ αὐχμηρᾷ αὐχμηρῷ αὐχμηροῖς αὐχμηραῖς αὐχμηροῖς
Αιτιατική αὐχμηρόν αὐχμηράν αὐχμηρόν αὐχμηρούς αὐχμηράς αὐχμηρά
Κλητική αὐχμηρέ αὐχμηρά αὐχμηρόν αὐχμηροί αὐχμηραί αὐχμηρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική αὐχμηρώ αὐχμηρά
Γενική-Δοτική αὐχμηροῖν αὐχμηραῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αὐχμηρός < αὐχμός

Επίθετο[επεξεργασία]

αὐχμηρός, -ά, -όν

  1. ξηρός, άνυδρος, τραχύς
  2. (κατ' επέκταση) λερωμένος, σκονισμένος
  3. (μεταφορικά) ελεεινός, άθλιος
  4. (ελληνιστική κοινή) σκοτεινός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]