ξηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ξυρός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξηρός η ξηρή το ξηρό
      γενική του ξηρού της ξηρής του ξηρού
    αιτιατική τον ξηρό την ξηρή το ξηρό
     κλητική ξηρέ ξηρή ξηρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξηροί οι ξηρές τα ξηρά
      γενική των ξηρών των ξηρών των ξηρών
    αιτιατική τους ξηρούς τις ξηρές τα ξηρά
     κλητική ξηροί ξηρές ξηρά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξηρός < αρχαία ελληνική ξηρός

Επίθετο[επεξεργασία]

ξηρός -ή/ά -ό (το θηλυκό επίσης ονομ. ξηρά, γεν. ξηράς, αιτ. ξηρά)

  • ο ξερός, κυρίως για επιστημονικούς όρους ή καθιερωμένες εκφράσεις
  • Ο κτηνίατρος μου συνέστησε για το σκύλο ξηρά τροφή, αλλά αυτός προτιμάει το πιάτο μου
  • έπνεε ξηρός άνεμος - έχει πολύ ξηρή ατμόσφαιρα
  • ξηρός λευκός οίνος
  • ξηρός πάγος
  • κατά την παραγωγή ξηρού αερίου (dry gas)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • "ξηρά οδός" στη χημεία
  • "ξηρά ομίχλη" στη μετεωρολογία
  • "ξηρά στοιχεία" στην ηλεκτροχημεία
  • "ξηρά απόσταξη"
  • "ξηρόν κλάσμα" στη βυζαντινή γραφή της μουσικής
  • ξηροί καρποί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ξηρός ξηρά ξηρόν ξηροί ξηραί ξηρά
Γενική ξηροῦ ξηρᾶς ξηροῦ ξηρῶν ξηρῶν ξηρῶν
Δοτική ξηρῷ ξηρᾷ ξηρῷ ξηροῖς ξηραῖς ξηροῖς
Αιτιατική ξηρόν ξηράν ξηρόν ξηρούς ξηράς ξηρά
Κλητική ξηρέ ξηρά ξηρόν ξηροί ξηραί ξηρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ξηρώ ξηρά
Γενική-Δοτική ξηροῖν ξηραῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξηρός < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kseros

Επίθετο[επεξεργασία]

ξηρός, -ά, -όν (και ιωνικός τύπος ξερός)

  1. ξηρός, ξερός
    • χειμάρρους ξηροὺς ὕδατος
    • μέτρα ξηρά τε καὶ ὑγρά (μέτρα και σταθμά)
  2. ισχνός, αδύνατος, ξερακιανός
  3. στεγνός
    • πραγματεία ἀτερπὴς καὶ ξηρά
  4. τραχύς, σκληρός αυστηρός, εγκρατής, που κάνει νηστεία
  5. το ουδέτερο και το θηλυκό ως ουσιαστικά, η ξηρά, η γη
    • ναῦς ἐπὶ τοῦ ξηροῦ ποιεῖν
  6. το θηλυκό ως ουσιαστικό και για ένα χώρο του λουτρού, χωρίς νερό, αλλά με ζέστη, σαν το χαμάμ

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]