γρανίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : γρανάτης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρανίτης γρανίτες
γενική γρανίτη γρανιτών
αιτιατική γρανίτη γρανίτες
κλητική γρανίτη γρανίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρανίτης < γαλλική granite < ιταλική granito < granire < grano < λατινική granum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵr̥h₂nóm < *ǵerh₂ (μεγαλώνω, ωριμάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρανίτης αρσενικό

  1. (ορυκτολογία) σκληρό πυριγενές και εκρηξιγενές σκληρό πέτρωμα με κοκκώδη ιστό
  2. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός κάποιου (έμβιου όντος ή πράγματος) που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και αντοχή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]