δικατάληκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δικατάληκτος δικατάληκτη δικατάληκτο
γενική δικατάληκτου δικατάληκτης δικατάληκτου
αιτιατική δικατάληκτο δικατάληκτη δικατάληκτο
κλητική δικατάληκτε δικατάληκτη δικατάληκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δικατάληκτοι δικατάληκτες δικατάληκτα
γενική δικατάληκτων δικατάληκτων δικατάληκτων
αιτιατική δικατάληκτους δικατάληκτες δικατάληκτα
κλητική δικατάληκτοι δικατάληκτες δικατάληκτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δικατάληκτος < δι- + κατάληξη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δικατάληκτος, -η, -ο

  1. (γραμματική) που έχει μόνο δύο διαφορετικές καταλήξεις για τα τρία γένη, μία κοινή για το αρσενικό και το θηλυκό, και μία για το ουδέτερο
    το επίθετο "μυστηριώδης" είναι τριγενές και δικατάληκτο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]