εθνόσημο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εθνόσημο τα εθνόσημα
      γενική του εθνοσήμου των εθνοσήμων
    αιτιατική το εθνόσημο τα εθνόσημα
     κλητική εθνόσημο εθνόσημα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εθνόσημο < (καθαρεύουσα) εθνόσημον < έθνος + -ο- + σήμα + -ο, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική cocarde

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εˈθnɔ.si.mɔ/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εθνόσημο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]