επιζών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιζών : μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος επιζώ < αρχαία ελληνική ἐπιζῶν

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.pi.ˈzɔn/

Μετοχή[επεξεργασία]

επιζών

  • (ως ουσιαστικό) αυτός που επιζεί, ιδίως μετά από ένα καταστροφικό γεγονός που για άλλους υπήρξε θανατηφόρο
Ήταν ένα ναυάγιο που δεν άφησε επιζώντες.
  • (ως επίθετο) που επιζεί, ιδίως μετά από ένα καταστροφικό γεγονός που για άλλους υπήρξε θανατηφόρο
Όλοι οι επιζώντες επιβάτες του άτυχου λεωφορείου μεταφέρθηκαν στα κοντινότερα νοσοκομεία.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]