κάλυκας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλυκας < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.li.kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλυκας αρσενικό

  1. το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα και προστατεύει το άνθος
  2. το τμήμα ενός βλήματος ή φυσιγγίου που περιέχει την πυρίτιδα και συγκρατεί τα σκάγια ή τη σφαίρα πριν την εκπυρσοκρότηση


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]