κανέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

το δέντρο κανέλα
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κανέλα οι κανέλες
      γενική της κανέλας
    αιτιατική την κανέλα τις κανέλες
     κλητική κανέλα κανέλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
το μπαχαρικό κανέλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανέλα < ιταλική cannella < υστερολατινική cannella, υποκοριστικό του canna (καλάμι) < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο) < ακκαδική 𒄀 (qanû, καλάμι) < σουμεριακή 𒄀𒈾 (gi.na)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανέλα θηλυκό

  1. (βοτανική) μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Cinnamomum verum) που κατάγεται από την Κεϋλάνη, με ωοειδή φύλλα και πρασινωπά άνθη
  2. (μπαχαρικό) αρωματικό που παράγεται από τη φλούδα του ομώνυμου δέντρου

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]