λημέρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λημέρι λημέρια
γενική λημεριού λημεριών
αιτιατική λημέρι λημέρια
κλητική λημέρι λημέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λημέρι < ὁλημέριον (όλος + ημέρα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λημέρι ουδέτερο

  1. απόμακρη τοποθεσία όπου ζουν ληστές, κλέφτες επί Τουρκοκρατίας, κρησφύγετο, άντρο
  2. το μέρος όπου συχνάζει κάποιος, το στέκι
    γύρισε στην πατρίδα μετά από χρόνια και έκανε μια γύρα στα παλιά του λημέρια

32πχ Μεταφράσεις[]