λογοποιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : λογογράφος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογοποιός λογοποιοί
γενική λογοποιού λογοποιών
αιτιατική λογοποιό λογοποιούς
κλητική λογοποιέ λογοποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογοποιός < αρχαία ελληνική λογοποιός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογοποιός αρσενικό


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λογοποιός λογοποιώ λογοποιοί
Γενική λογοποιοῦ λογοποιοῖν λογοποιῶν
Δοτική λογοποι λογοποιοῖν λογοποιοῖς
Αιτιατική λογοποιόν λογοποιώ λογοποιούς
Κλητική λογοποιέ λογοποιώ λογοποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογοποιός < λόγος + ποιέω / ποιῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογοποιός αρσενικό

  1. αυτός που γράφει λόγους
    1. ο επαγγελματίας λογογράφος
      ὁρῶ, ἔφη, τινὰς λογοποιούς, οἳ τοῖς ἰδίοις λόγοις, οἷς αὐτοὶ ποιοῦσιν, οὐκ ἐπίστανται χρῆσθαι, ὥσπερ οἱ λυροποιοὶ ταῖς λύραις, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ἄλλοι δυνατοὶ χρῆσθαι οἷς ἐκεῖνοι ἠργάσαντο, οἱ λογοποιεῖν αὐτοὶ ἀδύνατοι· δῆλον οὖν ὅτι καὶ περὶ λόγους χωρὶς ἡ τοῦ ποιεῖν τέχνη καὶ ἡ τοῦ χρῆσθαι (Πλάτων «Ευθύδημος» 289d)
    2. πεζογράφος
    3. ιστορικός, ιστοριογράφος
    4. χρονογράφος
    5. μυθογράφος
  2. αυτός που διαδίδει φήμες, ο διαδοσίας
    Ἡ δὲ λογοποιία ἐστὶ σύνθεσις ψευδῶν λόγων καὶ πράξεων, ὧν [πιστεύεσθαι] βούλεται ὁ λογοποιῶν, ὁ δὲ λογοποιὸς τοιοῦτός τις (Θεόφραστος, Χαρακτήρες «ΛΟΓΟΠΟΙΙΑ» Η΄

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Henry George Liddell, Robert Scott, A Greek-English Lexicon