μαέστρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαέστρος μαέστροι
γενική μαέστρου μαέστρων
αιτιατική μαέστρο μαέστρους
κλητική μαέστρο μαέστροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαέστρος < ιταλική maestro < λατινική magister < magis + -ter < magnus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *maǵ- ή *meǵh₂-
Μαέστρος(1) με τη μπακέτα που διευθύνει ορχήστρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαέστρος αρσενικό

  1. ο καλλιτεχνικός διευθυντής μιας ορχήστρας, που επιλέγει τα έργα που θα εκτελεστούν, τα διδάσκει στους μουσικούς και τους διευθύνει την ώρα της εκτέλεσης
    ο Δημήτρης Μητρόπουλος ήταν παγκοσμίως γνωστός μαέστρος
  2. (κατ' επέκταση) ο δεξιοτέχνης
    ο Nick the Greek ήταν μαέστρος του πόκερ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. αβάντι μαέστρο: επιφώνημα έναρξης γλεντιού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]