μηλοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

→ δείτε την κλίση του αρχαίου μηλοφόρος

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηλοφόρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηλοφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε μήλο + -φόρος

Επίθετο[επεξεργασία]

μηλοφόρος, -ος, -ον (αρχαιοπρεπές)

  1. αυτός που φέρει / κρατά μήλα
  2. (ιστορία) μέλος του περσικού στρατιωτικού σώματος των μηλοφόρος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / μηλοφόρος τὸ μηλοφόρον
      γενική τοῦ/τῆς μηλοφόρου τοῦ μηλοφόρου
      δοτική τῷ/τῇ μηλοφόρ τῷ μηλοφόρ
    αιτιατική τὸν/τὴν μηλοφόρον τὸ μηλοφόρον
     κλητική ! μηλοφόρε μηλοφόρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ μηλοφόροι τὰ μηλοφόρ
      γενική τῶν μηλοφόρων τῶν μηλοφόρων
      δοτική τοῖς/ταῖς μηλοφόροις τοῖς μηλοφόροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς μηλοφόρους τὰ μηλοφόρ
     κλητική ! μηλοφόροι μηλοφόρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μηλοφόρω τὼ μηλοφόρω
      γεν-δοτ τοῖν μηλοφόροιν τοῖν μηλοφόροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «τοξοβόλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηλοφόρος < μῆλ(ον) + -ο- + -φόρος

Επίθετο[επεξεργασία]

μηλοφόρος, -ος, -ον

  1. αυτός που φέρει / κρατά μήλα
  2. (στρατιωτικός όρος) μέλος του στρατιωτικού σώματος των μηλοφόρων (της φρουράς του Πέρση βασιλιά, των οποίων οι λόγχες έφεραν αργυρά ή χρυσά μήλα)
    ※  2ος αιώνας ΚΕ, Πολύαινος, Στρατηγικά, βιβλίο τέταρτο, 24 @books.google
    Πέρσαι μὲν πρῶτοι πεντακόσιοι μηλοφόροι περὶ τὴν σκηνὴν ἐντὸς ἵσταντο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]