μητραλοίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μητραλοίας

Σύνθετος λέξις. Τὰ συνθετικὰ της μέρη εἶναι: α΄. Τὸ οὐσιαστικόν, ἡ μήτηρ, γεν. τῆς μητρός, (νεοελ. ἡ μητέρα). β΄. Τὸ ῥῆμα, ἀλοιάω, συνών. τοῦ ῥήματος τύπτω, (νεοελ. κτυπῶ).

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μητραλοίας ὁ μητραλοίας, γεν. τοῦ μητραλοίου. Ἐπίσης καὶ μητραλῳας. Σημαίνει τὸν τύπτοντα, τὸν κτυπῶντα τὴν μητέραν (του). Μεταφορικῶς τὸν στρεφόμενον κατὰ τῆς φύσεως, κατὰ τῆς πατρίδος του, καθοιουδήποτε ἐν γένει φορέως, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλει σεβασμόν. Ἡ λέξις συναντᾶται εἰς κλασσικὰ κείμενα. Εἰς τὰς Εὐμενίδας 153, 210 τοῦ Αἰσχύλου. Εἰς τὸν Λυσίαν 116, 44. Εἰς φαίδωνα τοῦ Πλάτωνος, 114Δ.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]