οικο-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: οἰκο-

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οικο- < αρχαία ελληνική οἶκος

Πρόθημα[επεξεργασία]

οικο- και οικό-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με το σπίτι, τον οίκο
    οικογένεια, οικονομία
    οικόσιτος, οικόσημο
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον
    οικολογία
    οικότοπος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]