πεζογραφία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πεζογραφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πεζογραφία < πεζογράφος < αρχαία ελληνική πεζός + γράφω. Μορφολογικά αναλύεται σε πεζο- + -γραφία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pe.zo.ɣɾaˈfi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πε‐ζο‐γρα‐φί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πεζογραφία θηλυκό
- (φιλολογία, λογοτεχνία) η τέχνη του πεζού λόγου
- το σύνολο λογοτεχνικών έργων ενός συγγραφέα, μιας σχολής, μιας χώρας κ.λπ.
- ※ Εγώ αγκαλά και να αγροικούσα κομμάτι την ελληνικήν πεζογραφίαν μού εφάνη κατά πρώτην φοράν ο Όμηρος κατά πολλά δύσκολος, αλλά ενοστιμεύθηκα πολύ τους στίχους και δεν έκανα άλλο παρά να τους εκφωνώ μοναχή μου.
- Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801 - 1832), Αυτοβιογραφία, Αθήνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ. 52 ISBN 9786180328103 @ Google Books
- ※ Εγώ αγκαλά και να αγροικούσα κομμάτι την ελληνικήν πεζογραφίαν μού εφάνη κατά πρώτην φοράν ο Όμηρος κατά πολλά δύσκολος, αλλά ενοστιμεύθηκα πολύ τους στίχους και δεν έκανα άλλο παρά να τους εκφωνώ μοναχή μου.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις πεζογράφος, πεζός και γράφω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πεζογραφία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πεζογραφία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | πεζογραφίᾱ | αἱ | πεζογραφίαι | ||||
| γενική | τῆς | πεζογραφίᾱς | τῶν | πεζογραφιῶν | ||||
| δοτική | τῇ | πεζογραφίᾳ | ταῖς | πεζογραφίαις | ||||
| αιτιατική | τὴν | πεζογραφίᾱν | τὰς | πεζογραφίᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | πεζογραφίᾱ | πεζογραφίαι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πεζογραφίᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | πεζογραφίαιν | ||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πεζογραφία (ελληνιστική κοινή) < πεζογράφ(ος) + -ία < αρχαία ελληνική πεζός + γράφω. Μορφολογικά αναλύεται σε πεζο- + -γραφία
Πηγές
[επεξεργασία]- πεζογραφία - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πεζογραφία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα πεζο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -γραφία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φιλολογία (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σοφία' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -ία (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα πεζο- (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -γραφία (ελληνιστική κοινή)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)