πληρεξούσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πληρεξούσιος πληρεξούσιη πληρεξούσιο
γενική πληρεξούσιου πληρεξούσιης πληρεξούσιου
αιτιατική πληρεξούσιο πληρεξούσιη πληρεξούσιο
κλητική πληρεξούσιε πληρεξούσιη πληρεξούσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πληρεξούσιοι πληρεξούσιες πληρεξούσια
γενική πληρεξούσιων πληρεξούσιων πληρεξούσιων
αιτιατική πληρεξούσιους πληρεξούσιες πληρεξούσια
κλητική πληρεξούσιοι πληρεξούσιες πληρεξούσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πληρεξούσιος < πλήρης + εξουσία + -ος (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική plenipotenziario)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πληρεξούσιος, -α, -ο

  1. (νομικός όρος) που του έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα ενέργειας για λογαριασμό κάποιου άλλου (σε δικαιοπραξία)
  2. (ιστορία) λαϊκός αντιπρόσωπος σε συνέλευση
  3. (ουσιαστικοποιημένο) πληρεξούσιος: κάποιος που του έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα ενέργειας για λογαριασμό άλλου
  4. (ουσιαστικοποιημένο) πληρεξούσιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]