στρουθοκάμηλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρουθοκάμηλος στρουθοκάμηλοι
γενική στρουθοκαμήλου στρουθοκαμήλων
αιτιατική στρουθοκάμηλο στρουθοκαμήλους
κλητική στρουθοκάμηλε στρουθοκάμηλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρουθοκάμηλος < αρχαία ελληνική στρουθιοκάμηλος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɾu.θɔ.ˈka.mi.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οικογένεια στρουθοκαμήλων

στρουθοκάμηλος θηλυκό

  • (ορνιθολογία) (Struthio camelus) μεγαλόσωμο πτηνό που δεν πετά. Έχει πολύ ψηλό λαιμό, μακριά και δυνατά πόδια, μαύρο ή καφέ φτέρωμα και ζει στην Αφρική. Είναι γνωστό εξαιτίας του ότι χώνει το κεφάλι του στην άμμο, όταν αντιληφθεί κίνδυνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]