Μετάβαση στο περιεχόμενο

τάβλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τάβλα οι τάβλες
      γενική της τάβλας των ταβλών
    αιτιατική την τάβλα τις τάβλες
     κλητική τάβλα τάβλες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τάβλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τάβλα (όπως στη σημασία: τραπέζι για ζάρια) < λατινική tabula
  • Η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική. [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈta.vla/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τάβλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τάβλα θηλυκό

  1. σανίδα (σχετικά χοντρή)
      Απάνω στο εικονοστάσι, είναι βαλμένο, στη μέση ένα παλιό μεγάλο Ευαγγέλιο με ασημωμένες τάβλες, ένας αρχαίος σκαλιστός σταυρός, ένα μικρό κουτάκι με άγιο λείψανο, ένα ασημένιο χέρι μεγάλο όσο είναι το φυσικό χέρι, που έχει μέσα άγιο λείψανο της Αγίας Παρασκευής, και κάμποσα εικονίσματα. (Μενέλαος Καραγκιόζης, Ελληνική Ποίηση, 2018, αναφορά στο: Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο Καταφύγιο, Εκδ. Ακρίτας)
  2. (δημοτική) τραπέζι (σχετικά χαμηλό και στενόμακρο)
    παράδειγμα  Τα δημοτικά τραγούδια της τάβλας τραγουδιούνταν από την παρέα στο τραπέζι, την ώρα του φαγητού.
    (συμποτικά επιτραπέζια δημοτικά τραγούδια)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

τάβλα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]