φωτοσύνθεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φωτοσύνθεση φωτοσυνθέσεις
γενική φωτοσύνθεσης
& φωτοσυνθέσεως
φωτοσυνθέσεων
αιτιατική φωτοσύνθεση φωτοσυνθέσεις
κλητική φωτοσύνθεση φωτοσυνθέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. φωτοσύνθεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Ρhotosynthese < αρχαία ελληνική φάος / φῶς + σύνθεσις
  2. φωτοσύνθεση < φωτο- + σύνθεση < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική photocomposition

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φωτοσύνθεση θηλυκό

  1. (βιολογία, βοτανική) βιοχημικές αντιδράσεις χάρη στις οποίες τα πράσινα φυτά μετατρέπουν την ενέργεια του φωτός σε χημική ενέργεια υπό τη μορφή σακχάρων (μόρια που αποθηκεύουν την ενέργεια). Αυτά συντίθενται από το διοξείδιο του άνθρακα και το οξυγόνο.
    • Χάρη στη φωτοσύνθεση, τα φυτά παίρνουν αρκετή ενέργεια, για να μεγαλώσουν.
    • Υπάρχουν πολλοί τύποι βακτηριακών φωτοσυνθέσεων.
  2. (κοινά) (προφορικό) συνηθισμένη ονομασία για τη φωτοστοιχειοθεσία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]