όπερα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όπερα όπερες
γενική όπερας
αιτιατική όπερα όπερες
κλητική όπερα όπερες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

όπερα < ιταλική opera

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

όπερα θηλυκό

  1. μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα με τη μουσική και το λυρισμό
    λατρεύει την όπερα
  2. κάθε συγκεκριμένο έργο του είδους αυτού
    οι καλλιτέχνες θα ερμηνεύσουν άριες από διάσημες όπερες
  3. κτήριο που φτιάχτηκε κατάλληλα για να στεγάζει τέτοιου είδους παραστάσεις
    έχει παρουσιαστεί στις καλύτερες όπερες του κόσμου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]