ἀβληχρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀβληχρός < α- ευφωνικό και βληχρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἀβληχρός, -ά. -όν

  1. ο αδύνατος, ο ανυπεράσπιστος, ο μαλακός
  2. ασθενής, αδύναμοςχείρα αβληχρήν», Ιλιάδα Θ 178)