ἡγούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ηγούμενος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἡγούμενος < αρχαία ελληνική ἡγούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἡγέομαι / ἡγοῦμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seh₂g-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἡγούμενος αρσενικό

  1. (χριστιανισμός) ηγούμενος
  2. οδηγός
  3. (κατ’ επέκταση) αρχηγός

Κλιτικοί τύποι[επεξεργασία]

  • (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση) του αρσενικού



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἡγούμενος ἡγουμένη τὸ ἡγούμενον
      γενική τοῦ ἡγουμένου τῆς ἡγουμένης τοῦ ἡγουμένου
      δοτική τῷ ἡγουμέν τῇ ἡγουμέν τῷ ἡγουμέν
    αιτιατική τὸν ἡγούμενον τὴν ἡγουμένην τὸ ἡγούμενον
     κλητική ! ἡγούμενε ἡγουμένη ἡγούμενον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἡγούμενοι αἱ ἡγούμεναι τὰ ἡγούμεν
      γενική τῶν ἡγουμένων τῶν ἡγουμένων τῶν ἡγουμένων
      δοτική τοῖς ἡγουμένοις ταῖς ἡγουμέναις τοῖς ἡγουμένοις
    αιτιατική τοὺς ἡγουμένους τὰς ἡγουμένᾱς τὰ ἡγούμεν
     κλητική ! ἡγούμενοι ἡγούμεναι ἡγούμεν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἡγουμένω τὼ ἡγουμέν τὼ ἡγουμένω
      γεν-δοτ τοῖν ἡγουμένοιν τοῖν ἡγουμέναιν τοῖν ἡγουμένοιν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «λυόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἡγούμενος, μετοχή και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής ἡγούμενος

Μετοχή[επεξεργασία]

ἡγούμενος

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἡγέομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἡγούμενος αρσενικό (θηλυκόἡγουμένη)

Πηγές[επεξεργασία]