Mensch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Mensch die Menschen
γενική des Menschen der Menschen
δοτική dem Menschen den Menschen
αιτιατική den Menschen die Menschen

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Mensch (de) (πληθυντικός Menschen) αρσενικό

das Geschäft ist voll von Menschen - το κατάστημα είναι γεμάτο ανθρώπους / κόσμο

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]