Μετάβαση στο περιεχόμενο

Mensch

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: mensch

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Mensch die Menschen
γενική des Menschen der Menschen
δοτική dem Menschen den Menschen
αιτιατική den Menschen die Menschen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mensch < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική mensch(e) < παλαιά άνω γερμανική mennisco < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου mennisc (ανθρώπινος) [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /mɛnʃ/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Mensch

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Mensch (de) αρσενικό

  1. ο άνθρωπος, ως είδος του ζωικού βασιλείου
    παράδειγμα Schimpansen sind die nächsten lebenden Verwandten des Menschen.
         Οι χιμπατζήδες είναι οι στενότεροι εν ζωή συγγενείς του ανθρώπου.
    παράδειγμα Der Mensch wird eines Tages den Mars besiedeln.
         Ο άνθρωπος θα αποικίσει κάποια μέρα τον Άρη.
  2. το άτομο, ένας άνθρωπος
    παράδειγμα Das Geschäft ist voll von Menschen.
         Το κατάστημα είναι γεμάτο ανθρώπους.
    παράδειγμα Als ich in mein Hotelzimmer kam, bekam ich einen großen Schreck: In meinem Bett lag ein Mensch!
         Όταν μπήκα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου, έπαθα μεγάλο σοκ: στο κρεβάτι μου βρισκόταν ένας άνθρωπος!
     συνώνυμα: Person, (στον πληθυντικό) Leute

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

Mensch (de)

  • άσε! άει στο καλό! (έκπληξη)
    1. ευχάριστη έκπληξη
      παράδειγμα Mensch, Walter, schön, dich mal wieder zu sehen!
           Ρε, Βάλτερ, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω!
    2. δυσάρεστη έκπληξη
      παράδειγμα Mensch, pass doch auf. Diese beiden Drähte dürfen sich nie berühren.
           Πρόσεχε, ρε φίλε. Αυτά τα δύο καλώδια δεν πρέπει ποτέ να έρθουν σε επαφή.

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Mensch @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).



Φλαμανδικά (vls)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mensch < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mensch αρσενικό ή θηλυκό

  • Top 10.000 des noms de famille en Belgique au 1/01/2017, Statbel, Βελγικό Στατιστικό Γραφείο, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, : Το επώνυμο αυτό εμφανίζεται στις Περιοχές: Belgique, Flandre του Βελγίου



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Mensch < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Mensch αρσενικό ή θηλυκό

  • Top 10.000 des noms de famille en Belgique au 1/01/2017, Statbel, Βελγικό Στατιστικό Γραφείο, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, : Το επώνυμο αυτό εμφανίζεται στις Περιοχές: Belgique, Flandre του Βελγίου