Mensch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: mensch

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Mensch die Menschen
γενική des Menschen der Menschen
δοτική dem Menschen den Menschen
αιτιατική den Menschen die Menschen

Mensch (de) αρσενικό

  1. ο άνθρωπος, το άτομο
    das Geschäft ist voll von Menschen - το κατάστημα είναι γεμάτο ανθρώπους / κόσμο

Επιφώνημα[επεξεργασία]

Mensch (de)

  1. άσε! άει στο καλό!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]