Mensch
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Mensch | die | Menschen |
| γενική | des | Menschen | der | Menschen |
| δοτική | dem | Menschen | den | Menschen |
| αιτιατική | den | Menschen | die | Menschen |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mensch < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική mensch(e) < παλαιά άνω γερμανική mennisco < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου mennisc (ανθρώπινος) [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mɛnʃ/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Mensch
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Mensch (de) αρσενικό
- ο άνθρωπος, ως είδος του ζωικού βασιλείου
Schimpansen sind die nächsten lebenden Verwandten des Menschen.
Οι χιμπατζήδες είναι οι στενότεροι εν ζωή συγγενείς του ανθρώπου.
Der Mensch wird eines Tages den Mars besiedeln.
Ο άνθρωπος θα αποικίσει κάποια μέρα τον Άρη.
- το άτομο, ένας άνθρωπος
Das Geschäft ist voll von Menschen.
Το κατάστημα είναι γεμάτο ανθρώπους.
Als ich in mein Hotelzimmer kam, bekam ich einen großen Schreck: In meinem Bett lag ein Mensch!
Όταν μπήκα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου, έπαθα μεγάλο σοκ: στο κρεβάτι μου βρισκόταν ένας άνθρωπος!- ≈ συνώνυμα: Person, (στον πληθυντικό) Leute
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Επιφώνημα
[επεξεργασία]Mensch (de)
- άσε! άει στο καλό! (έκπληξη)
- ευχάριστη έκπληξη
Mensch, Walter, schön, dich mal wieder zu sehen!
Ρε, Βάλτερ, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω!
- δυσάρεστη έκπληξη
Mensch, pass doch auf. Diese beiden Drähte dürfen sich nie berühren.
Πρόσεχε, ρε φίλε. Αυτά τα δύο καλώδια δεν πρέπει ποτέ να έρθουν σε επαφή.
- ευχάριστη έκπληξη
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Mensch @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
Φλαμανδικά (vls)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mensch < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Mensch αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- Top 10.000 des noms de famille en Belgique au 1/01/2017, Statbel, Βελγικό Στατιστικό Γραφείο, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, : Το επώνυμο αυτό εμφανίζεται στις Περιοχές: Belgique, Flandre του Βελγίου
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Mensch < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Mensch αρσενικό ή θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά αρσενικά (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Επιφωνήματα (γερμανικά)
- Κύρια ονόματα (φλαμανδικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (φλαμανδικά)
- Κύρια ονόματα (γαλλικά)
- Επώνυμα κοινού γένους (γαλλικά)