Mensch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: mensch

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Mensch die Menschen
γενική des Menschen der Menschen
δοτική dem Menschen den Menschen
αιτιατική den Menschen die Menschen

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Mensch < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική mensch(e) < παλαιά άνω γερμανική mennisco < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου mennisc (ανθρώπινος) [1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛnʃ/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Mensch (de) αρσενικό

  1. ο άνθρωπος, ως είδος του ζωικού βασιλείου
    Schimpansen sind die nächsten lebenden Verwandten des Menschen.
    Οι χιμπατζήδες είναι οι στενότεροι εν ζωή συγγενείς του ανθρώπου.
  2. το άτομο, ένας άνθρωπος
    Das Geschäft ist voll von Menschen.
    Το κατάστημα είναι γεμάτο ανθρώπους.
     συνώνυμα: Person, (στον πληθυντικό) Leute

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Επιφώνημα[επεξεργασία]

Mensch (de)

  • άσε! άει στο καλό!

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «Mensch» - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).