Βικιλεξικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Βικιλεξικό τα Βικιλεξικά
      γενική του Βικιλεξικού των Βικιλεξικών
    αιτιατική το Βικιλεξικό τα Βικιλεξικά
     κλητική Βικιλεξικό Βικιλεξικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

Βικιλεξικό < βικι- + λεξικό (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Wiktionary < wiki ("βικι-") dictionary ("λεξικό")

Προφορά

ΔΦΑ : /vi.ci.le.ksiˈko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βι‐κι‐λε‐ξι‐κό

Κύριο όνομα

Βικιλεξικό ουδέτερο

  1. ένα σχέδιο συνεργασίας, που ξεκίνησε ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός Wikimedia Foundation με σκοπό τη δημιουργία ενός ελεύθερου, δυναμικού και πλήρους λεξικού σε κάθε γλώσσα του κόσμου
  2. η κοινότητα των χρηστών που συνεργάζονται για τη δημιουργία αυτού του ελεύθερου λεξικού
  3. το λεξικό που προκύπτει από αυτή τη συνεργασία, το παρόν λεξικό

Συγγενικές λέξεις

Μεταφράσεις