βάρδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Βάρδας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βάρδος οι βάρδοι
      γενική του βάρδου των βάρδων
    αιτιατική τον βάρδο τους βάρδους
     κλητική βάρδε βάρδοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάρδος < ελληνιστική κοινή βάρδος, κελτικής προέλευσης: πρωτοκελτικό *bardos, μέσο γαλατικό bardd, αρχαίο ιρλανδικό bardoi

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvaɾ.ðos/
συλλαβισμός: βάρ‐δος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάρδος αρσενικό

  1. ποιητής και τραγουδιστής στους αρχαίους Κέλτες που εξυμνούσε ηγεμόνες και ήρωες, κρατώντας έτσι ζωντανή την προφορική ιστορική παράδοση αυτών των λαών
  2. (στη νεότερη εποχή) ποιητής ή συνθέτης τραγουδιών ιδιαίτερα αγαπητός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βάρδος βάρδω βάρδοι
Γενική βάρδου βάρδοιν βάρδων
Δοτική βάρδ βάρδοιν βάρδοις
Αιτιατική βάρδον βάρδω βάρδους
Κλητική βάρδε βάρδω βάρδοι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάρδος αρσενικό

Παρὰ πᾶσι δ' ὡς ἐπίπαν τρία φῦλα τῶν τιμωμένων διαφερόντως ἐστί, βάρδοι τε καὶ ὀυάτεις καὶ δρυΐδαι· βάρδοι μὲν ὑμνηταὶ καὶ ποιηταί, ὀυάτεις δὲ ἱεροποιοὶ καὶ φυσιολόγοι, δρυΐδαι δὲ πρὸς τῇ φυσιολογίᾳ καὶ τὴν ἠθικὴν φιλοσοφίαν ἀσκοῦσι· (Στράβων, Γεωγρ. 4.4.4)