βάρδος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάρδος βάρδοι
γενική βάρδου βάρδων
αιτιατική βάρδο βάρδους
κλητική βάρδε βάρδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάρδος < ελληνιστική κοινή βάρδος, κελτικής προέλευσης: πρωτοκελτικό *bardos, μέσο γαλατικό bardd, αρχαίο ιρλανδικό bardoi

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάρδος αρσενικό

  1. ποιητής και τραγουδιστής στους αρχαίους Κέλτες που εξυμνούσε ηγεμόνες και ήρωες, κρατώντας έτσι ζωντανή την προφορική ιστορική παράδοση αυτών των λαών
  2. (στη νεότερη εποχή) ποιητής ή συνθέτης τραγουδιών ιδιαίτερα αγαπητός

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάρδος αρσενικό

Παρὰ πᾶσι δ' ὡς ἐπίπαν τρία φῦλα τῶν τιμωμένων διαφερόντως ἐστί, βάρδοι τε καὶ ὀυάτεις καὶ δρυΐδαι· βάρδοι μὲν ὑμνηταὶ καὶ ποιηταί, ὀυάτεις δὲ ἱεροποιοὶ καὶ φυσιολόγοι, δρυΐδαι δὲ πρὸς τῇ φυσιολογίᾳ καὶ τὴν ἠθικὴν φιλοσοφίαν ἀσκοῦσι· (Στράβων, Γεωγρ. 4.4.4)