εντεταλμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εντεταλμένος εντεταλμένη εντεταλμένο
γενική εντεταλμένου εντεταλμένης εντεταλμένου
αιτιατική εντεταλμένο εντεταλμένη εντεταλμένο
κλητική εντεταλμένε εντεταλμένη εντεταλμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εντεταλμένοι εντεταλμένες εντεταλμένα
γενική εντεταλμένων εντεταλμένων εντεταλμένων
αιτιατική εντεταλμένους εντεταλμένες εντεταλμένα
κλητική εντεταλμένοι εντεταλμένες εντεταλμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντεταλμένος < αρχαία ελληνική ἐντεταλμένος < ἐντέλλομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

εντεταλμένος, -η, -ο

  1. αυτός που πήρε εντολή να κάνει κάτι, ο αρμόδιος, ο υπεύθυνος για κάτι,
  2. που του έχει δοθεί επίσημη εντολή από επίσημο φορέα να πράξει αναλόγως στο πλαίσιο των δοτών αρμοδιοτήτων του

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα εντεταλμένα: οι διαταγές

Μεταφράσεις[επεξεργασία]