Μετάβαση στο περιεχόμενο

ηλίανθος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ηλίανθος οι ηλίανθοι
      γενική του ηλίανθου των ηλίανθων
    αιτιατική τον ηλίανθο τους ηλίανθους
     κλητική ηλίανθε ηλίανθοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ηλίανθος

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ηλίανθος < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική helianthus < ελληνιστική κοινή ἡλιανθές[1] Συγχρονικά αναλύεται σε ηλί- + άνθος.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈli.an.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ηλίανθος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ηλίανθος αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ηλίανθος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)