καλλίπυγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καλλίπυγος η καλλίπυγη το καλλίπυγο
      γενική του καλλίπυγου της καλλίπυγης του καλλίπυγου
    αιτιατική τον καλλίπυγο την καλλίπυγη το καλλίπυγο
     κλητική καλλίπυγε καλλίπυγη καλλίπυγο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καλλίπυγοι οι καλλίπυγες τα καλλίπυγα
      γενική των καλλίπυγων των καλλίπυγων των καλλίπυγων
    αιτιατική τους καλλίπυγους τις καλλίπυγες τα καλλίπυγα
     κλητική καλλίπυγοι καλλίπυγες καλλίπυγα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλλίπυγος < αρχαία ελληνική καλλίπυγος < καλλί- + πυγ(ή) (οπίσθια) + -ος[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈli.pi.ɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καλ‐λί‐πυ‐γος

Επίθετο[επεξεργασία]

καλλίπυγος, -ος/-η, -ο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.