κεκαρμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κεκαρμένος κεκαρμένη κεκαρμένο
γενική κεκαρμένου κεκαρμένης κεκαρμένου
αιτιατική κεκαρμένο κεκαρμένη κεκαρμένο
κλητική κεκαρμένε κεκαρμένη κεκαρμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κεκαρμένοι κεκαρμένες κεκαρμένα
γενική κεκαρμένων κεκαρμένων κεκαρμένων
αιτιατική κεκαρμένους κεκαρμένες κεκαρμένα
κλητική κεκαρμένοι κεκαρμένες κεκαρμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεκαρμένος < αρχαία ελληνική κεκαρμένος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κεκαρμένος

  1. (καθαρεύουσα) (λόγιο) κουρεμένος
    Ήδη την περίοδο του Μεταξά, οι μαθητές που τον χαιρετούσαν φασιστικά ήταν "εν χρω κεκαρμένοι". Το κούρεμα αυτό στα σχολεία συχνά αναφέρεται και ως "κούρεμα στον άσο", κάτι που παραπέμπει και στο αγγλικό "zero haircut". (*)
  2. (στρατιωτικός όρος) (παρωχημένο) νεοσύλλεκτος
    Το πιο γνωστό από τα έργα του Νίκου Κάσδαγλη είναι οι Κεκαρμένοι, το οποίο έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κεκαρμένος κεκαρμένη κεκαρμένον κεκαρμένοι κεκαρμέναι κεκαρμένα
Γενική κεκαρμένου κεκαρμένης κεκαρμένου κεκαρμένων κεκαρμένων κεκαρμένων
Δοτική κεκαρμένῳ κεκαρμένῃ κεκαρμένῳ κεκαρμένοις κεκαρμέναις κεκαρμένοις
Αιτιατική κεκαρμένον κεκαρμένην κεκαρμένον κεκαρμένους κεκαρμένας κεκαρμένα
Κλητική κεκαρμένε κεκαρμένη κεκαρμένον κεκαρμένοι κεκαρμέναι κεκαρμένα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική κεκαρμένω κεκαρμένα
Γενική-Δοτική κεκαρμένοιν κεκαρμέναιν

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κεκαρμένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κείρω