κεντρομόλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεντρομόλος κεντρομόλοι
γενική κεντρομόλου κεντρομόλων
αιτιατική κεντρομόλο κεντρομόλους
κλητική κεντρομόλε κεντρομόλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεντρομόλος < κέντρο + αρχαία ελληνική μολ- (βλ. μολών) του ρήματος βλώσκω (=έρχομαι) + -ος (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική centripète)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kεn.dro.ˈmɔ.lɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κεντρομόλος -ος, -ο

  1. (μαθηματικά) αυτός που έχει την τάση να κινείται από την περιφέρεια προς το κέντρο ή τον πυρήνα
    π.χ. κεντρομόλος έλξη
  2. (φυσική) η δύναμη που ασκείται επάνω στο κινούμενο σώμα και το διατηρεί στην κυκλική του τροχιά
    π.χ. κεντρομόλα πίεση
  3. (ανατομία) τα νεύρα που μεταφέρουν τις πληροφορίες από τα αισθητήρια όργανα στο κεντρικό νευρικό σύστημα
    π.χ. κεντρομόλα νεύρα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]