μύριοι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μύριοι < αρχαία ελληνική μύριοι

Επίθετο[επεξεργασία]

μύριοι

  1. δέκα χιλιάδες (10.000)
    η κάθοδος των Μυρίων
  2. πάρα πολλοί, αναρίθμητοι
    Χίλιοι μύριοι καλογέροι, σ' ένα ράσο τυλιγμένοι. Τι είναι; Το ρόδι.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]