νόστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νόστος οι νόστοι
      γενική του νόστου των νόστων
    αιτιατική τον νόστο τους νόστους
     κλητική νόστε νόστοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόστος < αρχαία ελληνική νόστος < νέομαι (έρχομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νόστος αρσενικό

  1. η επιστροφή στην πατρίδα

επαναπατρισμός

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόστος < νέομαι < νέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νόστος αρσενικό

  1. (γενικότερα) ταξίδι
  2. (ειδικότερα) επιστροφή στο σπίτι ή στην πατρίδα