νόστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νόστος νόστοι
γενική νόστου νόστων
αιτιατική νόστο νόστους
κλητική νόστε νόστοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόστος < αρχαία ελληνική νόστος < νέομαι (έρχομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νόστος αρσενικό

  1. η επιστροφή στην πατρίδα

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόστος < νέομαι < νέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νόστος αρσενικό

  1. (γενικότερα) ταξίδι
  2. (ειδικότερα) επιστροφή στο σπίτι ή στην πατρίδα