περίπλους

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περίπλους περίπλοι
γενική περίπλου περίπλων
αιτιατική περίπλου περίπλους
κλητική περίπλου περίπλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίπλους < αρχαία ελληνική περίπλους

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίπλους αρσενικό

  • θαλάσσιο ταξίδι γύρω από νησί, χερσόνησο ή ήπειρο, ναυτική περιήγηση κυρίως κοντά στις ακτές
    • Στις 5 Σεπτεμβρίου 1522 ολοκληρώθηκε ο πρώτος περίπλους της Γης
    • Αρκετά πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων προτιμούν τον περίπλου της Αφρικής για να αποφύγουν τη διώρυγα του Σουέζ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική περίπλους περίπλω περίπλοι
Γενική περίπλου περίπλοιν περίπλων
Δοτική περίπλ περίπλοιν περίπλοις
Αιτιατική περίπλουν περίπλω περίπλους
Κλητική περίπλου περίπλω περίπλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίπλους < περίπλοος < περιπλέω (και ιωνικός τύπος περιπλώω) περί + πλέω (διάφορης ετυμολογίας από περίπλεως και περίπλεος + πλέως, ο κατάμεστος και περιττός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περίπλους

  1. ο περίπλους
  2. αφήγηση σχετικά με θαλάσσιο ταξίδι