πετεινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πετεινός πετεινοί
γενική πετεινού πετεινών
αιτιατική πετεινό πετεινούς
κλητική πετεινέ πετεινοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πετεινός < αρχαία ελληνική πετεινός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πετεινός αρσενικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πετεινός πετεινή πετεινόν πετεινοί πετειναί πετεινά
Γενική πετεινοῦ πετεινῆς πετεινοῦ πετεινῶν πετεινῶν πετεινῶν
Δοτική πετεινῷ πετεινῇ πετεινῷ πετεινοῖς πετειναῖς πετεινοῖς
Αιτιατική πετεινόν πετεινήν πετεινόν πετεινούς πετεινάς πετεινά
Κλητική πετεινέ πετεινή πετεινόν πετεινοί πετειναί πετεινά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πετεινώ πετεινά
Γενική-Δοτική πετεινοῖν πετειναῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πετεινός < πέτομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πετεινός αρσενικό

  1. αυτός που μπορεί να πετάξει
  2. πτερωτός
  3. ιπτάμενος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]