στρείδι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | στρείδι | τα | στρείδια |
| γενική | του | στρειδιού | των | στρειδιών |
| αιτιατική | το | στρείδι | τα | στρείδια |
| κλητική | στρείδι | στρείδια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- στρείδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική (ὀ)στρείδι(ον) με σίγηση του αρχικού ο- και προσαρμογή σε νεότερη κατάληξη[1] υποκοριστικό του αρχαίου ὄστρειον / ὄστρεον.[2][3] Δείτε και όστρεο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈstri.ði/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : στρεί‐δι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]στρείδι ουδέτερο
- (μαλάκιο) θαλασσινό μαλάκιο του γένους οστρέα (Ostrea), της οικογένειας οστρεΐδες, που προσκολλάται σε βράχια ή στα πλοία και ψαρεύεται για το εδώδιμο εσωτερικό του, ανάμεσα στα δύο γκριζωπά όστρακά του
- ※ Ναί, δέν εἶχε σπίτι, μαγειρεῖον, ἀχούρι, κατώγεον, δέν εἶχε καρτόφλια, κρέας, ἅλας, ἀχελώνας, στρείδια; δέν εἶχε λεμόνια, νεράντζια, καρύδια; (Του νέου Ῥόμπινσον συμβάντα. Συντεθέντα μέν εις Γερμανικόν ἰδίωμα [από τον Joachim Heinrich Campe], μεταφρασθέντα δε εις τήν ἁπλην ἡμών διάλεκτον παρά Κωνσταντίνου Δημητρίου Μπέλιου, τόμος Α΄, Εν Βιέννη Αουστρίας, 1792, σελ. 243 )
- ※ Μὰ τὸ ναυτόπουλο, ἕνας κασιδιάρης καὶ κακομοίρης, ποῦ τὸν εἶχαν γιὰ ψυχικό, ξεκόβει ἀπὸ τ’ ἄλλα τὰ παιδιά. Οὔτε καμακίζει χταπόδια στὰ θαλάμια τους, οὔτε καλαμώνει ἀχινοῦς, οὔτε συνάζει καβούρους, οὔτε ξεκολλᾷ στρείδια ἁγνὰ ὅ,τι εὕρῃ (⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, Οι φρεγάδες, 1924)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κολλημένος/κολλάω σα στρείδι (για κάποιον που προσκολλάται σε άλλον ή εξαρτάται απ’ αυτόν ή γενικά τού είναι ενοχλητικός)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
στρείδι στη Βικιπαίδεια

- μύδι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] στρείδι
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ στρείδι - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ στρείδι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ στρείδι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μαλάκια (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)