συμπεριλαμβανόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συμπεριλαμβανόμενος συμπεριλαμβανόμενη/
συμπεριλαμβανομένη
συμπεριλαμβανόμενο
γενική συμπεριλαμβανόμενου/
συμπεριλαμβανομένου
συμπεριλαμβανόμενης/
συμπεριλαμβανομένης
συμπεριλαμβανόμενου/
συμπεριλαμβανομένου
αιτιατική συμπεριλαμβανόμενο συμπεριλαμβανόμενη/
συμπεριλαμβανομένη
συμπεριλαμβανόμενο
κλητική συμπεριλαμβανόμενε συμπεριλαμβανόμενη/
συμπεριλαμβανομένη
συμπεριλαμβανόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμπεριλαμβανόμενοι συμπεριλαμβανόμενες συμπεριλαμβανόμενα
γενική συμπεριλαμβανόμενων/
συμπεριλαμβανομένων
συμπεριλαμβανόμενων/
συμπεριλαμβανομένων
συμπεριλαμβανόμενων/
συμπεριλαμβανομένων
αιτιατική συμπεριλαμβανόμενους συμπεριλαμβανόμενες συμπεριλαμβανόμενα
κλητική συμπεριλαμβανόμενοι συμπεριλαμβανόμενες συμπεριλαμβανόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπεριλαμβανόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συμπεριλαμβάνομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συμπεριλαμβανόμενος, συμπεριλαμβανόμενη και συμπεριλαμβανομένη, συμπεριλαμβανόμενο

  1. που συμπεριλαμβάνεται κάπου, που ανήκει και αυτός/αυτή/αυτό σε μια ενότητα
    όλοι εκνευρίστηκαν, της συνήθως βολικής Μαρίας συμπεριλαμβανομένης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]